διαμέρισμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | διαμέρισμα | διαμερίσματα |
| γενική | διαμερίσματος | διαμερισμάτων |
| αιτιατική | διαμέρισμα | διαμερίσματα |
| κλητική | διαμέρισμα | διαμερίσματα |
Ετυμολογία [
]
- διαμέρισμα < από το ρήμα διαμερίζω.
Ουσιαστικό [
]
διαμέρισμα ουδέτερο
- σύνολο δωματίων ενός πολυώροφου κτηρίου, με λειτουργική ενότητα που αποτελούν μία κατοικία
- μεγάλη γεωγραφική ενότητα, τμήμα μιας χώρας
- (υπολογιστές) τμήμα της επιφάνειας ενός σκληρού δίσκου, ειδικά διαμορφωμένο για να υποδεχθεί ένα λειτουργικό σύστημα ή δεδομένα
Μεταφράσεις [
]
κατοικία
γεωγραφικό διαμέρισμα