κατοικία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κατοικία | κατοικίες |
| γενική | κατοικίας | κατοικιών |
| αιτιατική | κατοικία | κατοικίες |
| κλητική | κατοικία | κατοικίες |
Ετυμολογία [
]
- κατοικία < ελληνιστική κοινή κατοικία < αρχαία ελληνική κατοικία (τρόπος διαμονής)
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ka.ti.ˈci.a/
Ουσιαστικό [
]
κατοικία θηλυκό
- στεγασμένος χώρος που χρησιμοποιούμε για διαμονή
- οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο Όλυμπος ήταν κατοικία των θεών
- μου λέτε σας παρακαλώ τη διεύθυνση της κατοικίας σας;
- δεν επιδοτούνται τα δάνεια για αγορά δεύτερης κατοικίας