σπίτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπίτι σπίτια
γενική σπιτιού σπιτιών
αιτιατική σπίτι σπίτια
κλητική σπίτι σπίτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπίτι < μεσαιωνική ελληνική σπίτιν < ὁσπίτιν < ελληνιστική κοινή ὁσπίτιον < λατινική hospitium

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπίτι ουδέτερο

  1. κτήριο που προορίζεται για ιδιωτική κατοίκηση
  2. το κτήριο ή το διαμέρισμα που αποτελεί την κατοικία ενός ανθρώπου ή μιας οικογένειας
  3. το εσωτερικό μιας κατοικίας μαζί με την επίπλωση
  4. η οικογένεια, οι οικογενειακές σχέσεις

32πχ Μεταφράσεις[]