domo
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Εσπεράντο (eo)
[
]
Ετυμολογία
[
]
domo
<
dom
+
-o
Ουσιαστικό
[
]
domo
(eo)
σπίτι
Κατηγορίες
:
Γλώσσα εσπεράντο
Ουσιαστικά (εσπεράντο)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Česky
Deutsch
English
Esperanto
Español
Euskara
Suomi
Na Vosa Vakaviti
Français
Frysk
Magyar
Interlingua
Ido
日本語
ქართული
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Latina
Limburgs
Lietuvių
Malagasy
Nederlands
Norsk bokmål
Occitan
Polski
Português
Русский
Gagana Samoa
Svenska
Türkçe
Українська
Tiếng Việt
Volapük
中文