αταξία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αταξία | αταξίες |
| γενική | αταξίας | αταξιών |
| αιτιατική | αταξία | αταξίες |
| κλητική | αταξία | αταξίες |
[
]
Ετυμολογία
- αταξία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αταξία θηλυκό
- η απουσία τάξης, η έλλειψη οργάνωσης και τακτοποίησης
- ενέργεια παιδιού που παραβιάζει κάποιο κανόνα, συνήθως στο σχολείο
- έκανε συνέχεια αταξίες και οι δάσκαλοι του έβαζαν τιμωρίες
- επίσης η συζυγική απιστία
[
]
Μεταφράσεις
αταξία