βαθμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαθμός βαθμοί
γενική βαθμού βαθμών
αιτιατική βαθμό βαθμούς
κλητική βαθμέ βαθμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βαθμός < ελληνιστική κοινή βαθμός (βήμα) < βαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βαθμός αρσενικό

  1. υποδιαίρεση μιας κλίμακας μέτρησης
    η θερμοκρασία θα φτάσει σήμερα τους 20 βαθμούς Κελσίου
  2. η αριθμητική (συνήθως) αποτίμηση της σχολικής επίδοσης ενός μαθητή,σπουδαστή, φοιτητή
  3. το μέτρο, η έκταση ενός φαινομένου
  4. η λιγότερο ή περισσότερο στενή σχέση συγγένειας
    οι γονείς με τα παιδιά έχουν μεταξύ τους συγγένεια πρώτου βαθμού
    οι παππούδες με τα εγγόνια έχουν μεταξύ τους συγγένεια δεύτερου βαθμού
  5. (γραμματική) τύπος επιθέτου που φανερώνει πόσο πολύ εκδηλώνεται η ιδιότητα του επιθέτου
    ο θετικός βαθμός, ο συγκριτικός βαθμός, ο υπερθετικός βαθμός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βαθμός < αρχαία ελληνική βαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βαθμός αρσενικό

  1. βήμα
  2. το σκαλί
  3. βαθμός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]