βαθμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βαθμός | βαθμοί |
| γενική | βαθμού | βαθμών |
| αιτιατική | βαθμό | βαθμούς |
| κλητική | βαθμέ | βαθμοί |
Ετυμολογία [
]
- βαθμός < ελληνιστική κοινή βαθμός (βήμα) < βαίνω
Ουσιαστικό [
]
βαθμός αρσενικό
- υποδιαίρεση μιας κλίμακας μέτρησης
- η θερμοκρασία θα φτάσει σήμερα τους 20 βαθμούς Κελσίου
- η αριθμητική (συνήθως) αποτίμηση της σχολικής επίδοσης ενός μαθητή,σπουδαστή, φοιτητή
- το μέτρο, η έκταση ενός φαινομένου
- η λιγότερο ή περισσότερο στενή σχέση συγγένειας
- οι γονείς με τα παιδιά έχουν μεταξύ τους συγγένεια πρώτου βαθμού
- οι παππούδες με τα εγγόνια έχουν μεταξύ τους συγγένεια δεύτερου βαθμού
- (γραμματική) τύπος επιθέτου που φανερώνει πόσο πολύ εκδηλώνεται η ιδιότητα του επιθέτου
- ο θετικός βαθμός, ο συγκριτικός βαθμός, ο υπερθετικός βαθμός
[
]
Σύνθετα [
]
- βαθμονομώ, -είς, -εί
- βαθμούχος, -ος, -ο
- βαθμοφόρος, -ος, -ο
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
βαθμός < αρχαία ελληνική βαίνω
Ουσιαστικό [
]
βαθμός αρσενικό