Ordnung
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
Ordnung (de) θηλυκό
- η τάξη
- er kennt keine Ordnung - δεν γνωρίζει τι εστί τάξη (= είναι πολύ ακατάστατος)