πράξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πράξη < από την αρχαία ελληνική πρᾶξις
[
]
Ουσιαστικό
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πράξη | πράξεις |
| γενική | πράξης | πράξεων |
| πράξεως | ||
| αιτιατική | πράξη | πράξεις |
| κλητική | πράξη | πράξεις |
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πράττω
- γενναία πράξη
- η εφαρμογή, η εκτέλεση μιας ιδέας ή ενός σχεδίου
- η εμπορική ή χρηματιστηριακή συναλλαγή
- η διοικητική ενέργεια ή απόφαση
- η εγγραφή και καταχώριση γεγονότος σε ειδικό βιβλίο
- λογιστική πράξη, ληξιαρχική πράξη γέννησης
- καθένα από τα μέρη που αποτελούν ένα θεατρικό έργο ή όπερα
- η τελευταία πράξη του δράματος
- (μαθηματικά) ένας από τους τέσσερις βασικούς τρόπους με τους οποίους από δοθέντες αριθμούς παράγεται κάποιος άλλος (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός και διαίρεση)
- αριθμητικές πράξεις
[
]
[
]
Δείτε επίσης
- πράξη στη Βικιπαίδεια
