τομή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τομή τομές
γενική τομής τομών
αιτιατική τομή τομές
κλητική τομή τομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τομή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τομή θηλυκό

  • (μαθηματικά) το σύνολο των στοιχείων που δύο ή περισσότερα σύνολα έχουν κοινά μεταξύ τους
    η τομή των συνόλων { 1, 2, 3, 4 }, { 2, 3 } και { 2, 4 } είναι { 2 }
  • (μαθηματικά) το σύνολο κοινών σημείων δύο ή περισσότερων γεωμετρικών αντικειμένων
    η τομή δύο μη παραλλήλων επιπέδων σε τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο είναι μια ευθεία

32πχ Μεταφράσεις[]