τομή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τομή | τομές |
| γενική | τομής | τομών |
| αιτιατική | τομή | τομές |
| κλητική | τομή | τομές |
Ετυμολογία [
]
- τομή < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
τομή θηλυκό
- (μαθηματικά) το σύνολο των στοιχείων που δύο ή περισσότερα σύνολα έχουν κοινά μεταξύ τους
- η τομή των συνόλων { 1, 2, 3, 4 }, { 2, 3 } και { 2, 4 } είναι { 2 }
- (μαθηματικά) το σύνολο κοινών σημείων δύο ή περισσότερων γεωμετρικών αντικειμένων
- η τομή δύο μη παραλλήλων επιπέδων σε τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο είναι μια ευθεία
Μεταφράσεις [
]
τομή