ιστός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ιστός | ιστοί |
| γενική | ιστού | ιστών |
| αιτιατική | ιστό | ιστούς |
| κλητική | ιστέ | ιστοί |
[
]
Ετυμολογία
- ιστός < αρχαία ελληνική ἱστός
[
]
Ουσιαστικό
ιστός αρσενικό
- (ανατομία) σύνολο όμοιων κυττάρων που έχουν όλα την ίδια λειτουργία
- (ναυτικός όρος) το κατάρτι
- ιστός της αράχνης: λεπτό μεταξένιο δίχτυ που πλέκεται από αράχνη και μέσα του παγιδεύονται έντομα