coupe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Coupe

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
coupe coupes

coupe (fr) θηλυκό

  1. η κούπα
    distribue les coupes - μοίρασε τις κούπες
  2. το κύπελλο
    la coupe du monde - το παγκόσμιο κύπελλο
  3. κόψιμο μαλλιών, κόμμωση
    elle s'est fait une belle coupe - έκανε μια όμορφη κόμμωση, έκοψε ωραία τα μαλλιά της
  4. περικοπή
    des coupes budgétaires - περικοπές στον προϋπολογισμό