coup
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
coup (en)
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| coup | coups |
coup (fr) αρσενικό
- το χτύπημα
- η εκπυρσοκρότηση
- 'coup de canon - κανονιοβολισμός
- coup de feu - πυροβολισμός
- απότομη κίνηση ανθρώπου ή ζώου, χτύπημα χωρίς σκοπό να πληγωθεί κάποιος
- coup d'aile - φτερούγισμα
- coup de genou - κίνηση/χτύπημα με το γόνατο
- κάτι που συμβαίνει ξαφνικά αλλά τυχαία
- coup de chance - ξαφνική τύχη
Εκφράσεις [
]
σχετικές με την έννοια χτύπημα
- accuser le coup: υποφέρω από τη δράση κάποιου
- coup dur: δυστύχημα, μπελάς
- en prendre un coup: υφίσταμαι, ταλαιπωρούμαι
- sous le coup de: υπό την απειλή, υπό την επίδραση
- tenir le coup: (οικείο) αντέχω, υπομένω
σχετικές με την έννοια ξαφνική τύχη
- à coup sûr: σίγουρα, οπωσδήποτε
- après coup: κατόπιν, αφού κάτι συμβεί πρώτα
- au coup par coup: λέγεται για μια σειρά πράξεων που γίνονται σαν απαντήσεις σε άλλες, χωρίς προμελέτη
- coup sur coup: ασταμάτητα, διαρκώς
- sur le coup: αμέσως, την ίδια στιγμή
- tout à coup/tout d'un coup: ξαφνικά