περικοπή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | περικοπή | περικοπές |
| γενική | περικοπής | περικοπών |
| αιτιατική | περικοπή | περικοπές |
| κλητική | περικοπή | περικοπές |
Ετυμολογία [
]
- περικοπή < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
περικοπή θηλυκό