συγκοπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συγκοπή συγκοπές
γενική συγκοπής συγκοπών
αιτιατική συγκοπή συγκοπές
κλητική συγκοπή συγκοπές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

συγκοπή < αρχαία ελληνική συγκοπή < συγκόπτω < συν + κόπτω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

συγκοπή θηλυκό

  1. (ιατρική) η ξαφνική (αλλά συνήθως προσωρινή) απώλεια της συνείδησης λόγω εγκεφαλικής ισχαιμίας. Η λιποθυμία. Συχνά ο όρος συγκοπή αναφέρεται στη συγκοπή καρδιάς που σημαίνει απώλεια συνείδησης που οφείλεται σε καρδιολογικά αίτια (δηλαδή σε μειωμένη ικανότητα της καρδιάς να τροφοδοτήσει τον εγκεφάλο με αίμα).
    η γυναίκα μου έπαθε συγκοπή
  2. (γλωσσολογία) η παράλειψη ενός ή περισσοτέρων γραμμάτων ή ήχων από τη μέση μίας λέξης ή λεκτικής ενότητας (φράσης). Στην ελληνική γλώσσα η συγκοπή αφορά συνήθως την απώλεια ενός φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφωνα.
    κορυφή - κορφή, κόψετε - κόψτε, σιτάρι - στάρι, φέρετε - φέρτε.
  3. (ποιητική) η αφαίρεση συλλαβής για να διατηρηθεί το μέτρο του στίχου
  4. (μουσική) Απόκλιση από τον ρυθμικό τονισμό. Τονισμός του ασθενούς μέρους ενός μέτρου αντί του ισχυρού.

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Για τα (1), (2), (3):

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Για τα (2), (3), (4):



[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

συγκοπή < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

συγκοπή θηλυκό

  1. ο κατακερματισμός σε μικρά κομμάτια
  2. (γραμματική) συγκοπή
  3. (παθολογία) συγκοπή
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες