act
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
act (en)
[
]
Ρήμα
act (en)
- δρω, ενεργώ
- συμπεριφέρομαι
- παίζω ένα ρόλο
- υποκρίνομαι
[
]
Ρουμανικά (ro)
[
]
Ουσιαστικό
act (ro)