δουλειά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δουλειά | δουλειές |
| γενική | δουλειάς | δουλειών |
| αιτιατική | δουλειά | δουλειές |
| κλητική | δουλειά | δουλειές |
Ετυμολογία [
]
- δουλειά < μεσαιωνική ελληνική < δουλεία
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
δουλειά θηλυκό
- η ενέργεια του δουλεύω, η εργασία
- με σκληρή δουλειά πέτυχε ό,τι πέτυχε στη ζωή του
- η εργασία, το επάγγελμα
- τι δουλειά κάνεις;
- η εργασία, ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο κλπ) στον οποίο κάποιος εργάζεται
- πηγαίνω στη δουλειά μου με το λεωφορείο
- πληθυντικός η οικονομική-επιχειρηματική συνεργασία και δοσοληψία
- η εταιρεία του κάνει δουλειές με τους Γερμανούς
- το προϊόν της (πνευματικής και καλλιτεχνικής κυρίως) εργασίας
- ο γνωστός ζωγράφος θα παρουσιάσει στη γκαλερί τάδε την καινούρια του δουλειά
- η ανάμειξη κάποιου σε μια υπόθεση, ο ρόλος που μπορεί να παίξει σ' αυτήν
- τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτόν τον παλιάνθρωπο; (γιατί σχετίζεσαι μαζί του;)
Εκφράσεις [
]
- δουλειές με φούντες: προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα
- μου άνοιξες δουλειές: μου προσέθεσες νέες υποχρεώσεις - φασαρίες
[
]
- δούλεμα
- δουλευταράς - δουλευταρού
- δουλευτάρης - δουλευτάρα
- δουλευτής - δουλεύτρα
- δουλεύω
- δούλεψη
- δουλίτσα