δουλειά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δουλειά | δουλειές |
| Γενική | δουλειάς | δουλειών |
| Αιτιατική | δουλειά | δουλειές |
| Κλητική | δουλειά | δουλειές |
Ετυμολογία
- δουλειά < μεσαιωνική λέξη < δουλεία
Προφορά
Ουσιαστικό
δουλειά θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Συγγενικές λέξεις
- δούλεμα
- δουλευταράς - δουλευταρού
- δουλευτάρης - δουλευτάρα
- δουλευτής - δουλεύτρα
- δουλεύω
- δούλεψη
- δουλίτσα