travail
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
travail < travail < λατινικά tripálĭus < tripálĭum
[
]
Ουσιαστικό
travail (fr) αρσενικό (πληθυντικός: travaux)
[
] Αρχαία γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| cas sujet | travauz | travail |
| cas régime | travail | travauz |
travail αρσενικό