travail

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

travail < travail < λατινικά tripálĭus < tripálĭum

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

travail  (fr) αρσενικό (πληθυντικός: travaux)

  1. δουλειά, έργο
  2. άθλος
    Les douze travaux d’Héraclès. Oι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή.
  3. τοκετός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: accouchement



[] Αρχαία γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
cas sujet travauz travail
cas régime travail travauz

travail αρσενικό

  1. κόπος, ταλαιπωρία
  2. δεινοπάθημα
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες