τοκετός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τοκετός | τοκετοί |
| γενική | τοκετού | τοκετών |
| αιτιατική | τοκετό | τοκετούς |
| κλητική | τοκετέ | τοκετοί |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /tɔ.cɛ.ˈtɔs/
[
]
Ουσιαστικό
τοκετός αρσενικό
- (ιατρική) η διαδικασία με την οποία γεννιέται ένα παιδί, καθώς εξέρχεται από το σώμα της μητέρας του με τις εξωθήσεις της μήτρας, η γέννα
- φυσιολογικός / πρόωρος τοκετός
- (μεταφορικά) το στάδιο κατά το οποίο κάτι αποκτά ύπαρξη
[
]
Μεταφράσεις
τοκετός
|