γεννιέμαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- γεννιέμαι < παθητική φωνή του γεννώ
[
]
Ρήμα
γεννιέμαι, παρατ.: γεννιόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα γεννηθώ, αόρ.: γεννήθηκα , μτχ.π.π.: γεννημένος
- έρχομαι στη ζωή με τη διαδικασία του τοκετού
- πόσα παιδιά γεννιούνται κάθε χρόνο στην Ελλάδα;
- γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα
- (μεταφορικά) αρχίζω να υπάρχω, εμφανίζομαι
- μια καινούρια ελπίδα γεννήθηκε μέσα μου