παιδί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παιδί | παιδιά |
| γενική | παιδιού | παιδιών |
| αιτιατική | παιδί | παιδιά |
| κλητική | παιδί | παιδιά |
[
]
Ετυμολογία
- παιδί < αρχαία ελληνική παιδίον, υποκοριστικό από το παῖς
[
]
Προφορά
παιδιά σε νηπιαγωγείο
[
]
Ουσιαστικό
παιδί ουδέτερο
- νεαρό άτομο μικρής ηλικίας, συνήθως ανάμεσα στην βρεφική και την εφηβική ηλικία, που η σωματική και πνευματική του ανάπτυξη δεν έχει ολοκληρωθεί
- είσαι μεγάλο παιδί πια!
- τα παιδιά δεν πρέπει να παρακολουθούν σκηνές βίας
- το νεαρό άτομο που δεν έχει περάσει τα νόμιμα όρια της ενηλικίωση
- τα παιδιά δεν ψηφίζουν
- το νεαρό άτομο με εμφανίσιμα κι ελκυστικά χαρακτηριστικά
- η Μαρία είναι ωραίο παιδί
- το τέκνο, ο γόνος, ο γιος ή η κόρη
- οι γονείς οφείλουν να φροντίζουν την υγεία των παιδιών τους
-
- είχε δύο παιδιά και τρία κορίτσια
- ο απόγονος
- είμαστε παιδιά γενναίων πολεμιστών και σπουδαίων ανθρώπων
- (για ζώα) το νεογνό, ο νεοσσός
- και τα ζώα φροντίζουν τα παιδιά τους
- (μεταφορικά) το άτομο που έχει γαλουχηθεί σε συγκεκριμένες συνθήκες κι έχει επηρεαστεί από συγκεκριμένους παράγοντες
- παιδιά της Κατοχής
- υπάλληλος μικρής ηλικίας για ασήμαντες δουλειές και θελήματα
- να έρθει το παιδί να πάρει τους φακέλους
- (μειωτικά) ο ανώριμος άνθρωπος που δεν συπεριφέρεται ως ενήλικας
- σοβαρέψου και μη γίνεσαι παιδί!
- (χαϊδευτικά) ο ενήλικας που εμφανίζει θετικά χαρακτηριστικά (αθωότητα, ευαισθησία, τρυφερότητα κ.λπ.) της παιδικής ηλικίας
- είναι ένα παιδί, μην την πληγώσεις
[
] Εκφράσεις
- από παιδί : απο μικρή ηλικία
- η ώρα του παιδιού : η παιγνιώδης διάθεση, μια δραστηριότητα που δε θεωρείται σημαντική
- κάνε παιδί να δεις καλό! : σχόλιο γονέα που έχει δυσαρεστηθεί από τη συμπεριφορά του παιδιού του
- ξαναγίνομαι παιδί : συμπεριφέρομαι σαν παιδί ή χαίρομαι με παιδικά πράγματα
- παιδιά των λουλουδιών : οι νέοι της δεκαετίας του 1960 και του 1970 που τάσσονταν υπέρ της ειρήνης, του έρωτα και της ομορφιάς και κρατούσαν λουλούδια ή φορούσαν ρούχα με λουλούδια. Είχαν μακριά μαλλιά, ατημέλητη εμφάνιση κι έκαναν χρήση μαλακών ναρκωτικών
- παιδί-θαύμα : το νεαρό άτομο που έχει ταλέντο και ικανότητες ασυνήθιστες για την ηλικία
- παιδί της μαμάς: μαμμόθρεφτος
- παιδί του δρόμου : αλητάκι
- παιδί του λαού : αυτός που έχει διακριθεί κοινωνικά αλλά δεν ξεχνά τη λαϊκή του καταγωγή
- παιδί του πατέρα / της μητέρας : για κάποιον που μοιάζει στην εμφάνιση ή / και στη συμπεριφορά στον ένα του γονιό
- παιδιά των φαναριών : νεαρά άτομα που επαιτούν από οδηγούς γύρω από τα φανάρια στους δρόμους
- του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου : ο παππούς και η γιαγιά έχουν μεγάλη αδυναμία στα εγγόνια τους
- χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα : για περιστάσεις με μεγάλη αναστάτωση και σύγχυση
[
]
[
]
Σύνθετα
και
[
]
Μεταφράσεις
παιδί