φανάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φανάρι φανάρια
γενική φαναριού φαναριών
αιτιατική φανάρι φανάρια
κλητική φανάρι φανάρια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φανάρι < (μεσαιωνικό) φανάριον υποκοριστικό < αρχαία ελληνική φανός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

φανάρι ουδέτερο

  1. μικρός φανός ή φως
    Έχουν χαλάσει τα πίσω φανάρια του αυτοκινήτου μου
  2. τα φώτα, οι σηματοδότες για τη ρύμθιση της κυκλοφορίας
    Περιμένω να ανάψει το φανάρι
  3. παλιού τύπου, μικρό τετραγωνισμένο φωτιστικό που περιβάλλει τη λάμπα ή την όποια πηγή φωτισμού και έχει μεταλλικό σκελετό στον οποίο στερεώνονται τέσσερα κομμάτια γυαλιού και μία βάση
  4. ο φάρος στη ναυτική γλώσσα

[] Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις

Για το Φανάρι, τη συνοικία της Κωνσταντινούπολης, βλέπετε Φανάρι


[] Open book 01.svg Έκφραση

  • κρατάει το φανάρι (για κάποιον που είναι στη συντροφιά ενός ζευγαριού το οποίο δεν του δίνει καμία σημασία, δεν συμμετέχει δηλαδή και απλά παρέχει το φωτισμό)
  • Τα κόκκινα φανάρια ήταν ταινία του κινηματογράφου και η φράση σήμαινε τα πορνεία
  • είναι φως φανάρι ότι δεν σε αγαπάει (είναι ολοφάνερο)
  • για να βρεις άνθρωπο, πρέπει να τον ψάξεις με το φανάρι (είναι δυσεύρετος δηλαδή, παροιμία από την πρακτική του φιλόσοφου Διογένη του Κυνικού)
  • το φανάρι του Διογένη (έτσι ονομάζεται το μνημείο του Λυσικράτη στην Πλάκα, που κάποιοι ονομάζουν μνημείο τιου Δημοσθένη από ένα λάθος του 'Ελγιν)



[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες