νεοσσός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νεοσσός | νεοσσοί |
| γενική | νεοσσού | νεοσσών |
| αιτιατική | νεοσσό | νεοσσούς |
| κλητική | νεοσσέ | νεοσσοί |
Ετυμολογία [
]
- νεοσσός < αρχαία ελληνική νεοσσός
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
νεοσσός αρσενικό
- νεογέννητο πτηνό
- (μεταφορικά) νεαρός ή νεαρή, ιδίως στα πρώτα στάδια της επαγγελματικής, πολιτικής, καλλιτεχνικής κλπ. καριέρας