ρούχο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρούχο ρούχα
γενική ρούχου ρούχων
αιτιατική ρούχο ρούχα
κλητική ρούχο ρούχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ρούχο < μεσαιωνική ελληνική ροῦχον < σλαβική ruho

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ρούχο ουδέτερο, πληθυντικός ρούχα

  1. το ένδυμα, οτιδήποτε φοράει κάποιος
    ανδρικά / γυναικεία / παιδικά ρούχα
    βιοτεχνία / κατάστημα ρούχων
  2. τα απαραίτητα ενδύματα για κάποια περίσταση ή μια εποχή του έτους
    θέλω να ανανεώσω τα ρούχα μου για το χειμώνα

Εκφράσεις[]

  • βγαίνω έξω από τα ρούχα μου: αγανακτώ
  • έχω τα ρούχα μου (για γυναίκα): έχω περίοδο
  • με βγάζει απ' τα ρούχα μουβλέπε έκφραση: μου τη δίνει
  • τρώγομαι με τα ρούχα μου: γκρινιάζω με το παραμικρό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]