ρούχο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ρούχο | ρούχα |
| γενική | ρούχου | ρούχων |
| αιτιατική | ρούχο | ρούχα |
| κλητική | ρούχο | ρούχα |
Ετυμολογία [
]
- ρούχο < μεσαιωνική ελληνική ροῦχον < σλαβική ruho
Ουσιαστικό [
]
ρούχο ουδέτερο, πληθυντικός ρούχα
- το ένδυμα, οτιδήποτε φοράει κάποιος
- ανδρικά / γυναικεία / παιδικά ρούχα
- βιοτεχνία / κατάστημα ρούχων
- τα απαραίτητα ενδύματα για κάποια περίσταση ή μια εποχή του έτους
- θέλω να ανανεώσω τα ρούχα μου για το χειμώνα
Εκφράσεις [
]
- βγαίνω έξω από τα ρούχα μου: αγανακτώ
- έχω τα ρούχα μου (για γυναίκα): έχω περίοδο
- με βγάζει απ' τα ρούχα μου → βλέπε έκφραση: μου τη δίνει
- τρώγομαι με τα ρούχα μου: γκρινιάζω με το παραμικρό
[
]
Μεταφράσεις [
]
ρούχο