πιάτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιάτο πιάτα
γενική πιάτου πιάτων
αιτιατική πιάτο πιάτα
κλητική πιάτο πιάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιάτο < (αντιδάνειο) ιταλική piatto < λατινική platus < αρχαία ελληνική πλατύς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpça.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιάτο ουδέτερο

  1. σκεύος στο οποίο σερβίρουμε φαγητό, γλυκό ή φρούτα
    βαθύ πιάτο
    ρηχό πιάτο
    σερβίτσιο πιάτων
    πινάκιο[1]
  2. (κατ' επέκταση) η ποσότητα τροφής που χωράει σε αυτό
    έφαγε δύο πιάτα μακαρόνια
  3. (συνεκδοχικά) το κάθε φαγητό που σερβίρεται με τη σειρά στο τραπέζι
    πρώτο / δεύτερο / τρίτο πιάτο
  4. (μεταφορικά) αντικείμενο που μοιάζει ή θυμίζει πιάτο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στο πιάτο : χωρίς κόπο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. ΠΑΠΥΡΟΣ LAROOUSSE BRITANNICA, τόμ. 49, ΑΘΗΝΑ 1992, σελ. 456