πιάτο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιάτο | πιάτα |
| Γενική | πιάτου | πιάτων |
| Αιτιατική | πιάτο | πιάτα |
| Κλητική | πιάτο | πιάτα |
Ετυμολογία
- πιάτο < (αντιδάνειο) ιταλική piatto (it) < λατινική platus < αρχαία ελληνική πλατύς
Προφορά
Ουσιαστικό
πιάτο ουδέτερο
- σκεύος στο οποίο σερβίρουμε φαγητό, γλυκό ή φρούτα
- βαθύ πιάτο
- ρηχό πιάτο
- σερβίτσιο πιάτων
- (κατ' επέκταση) η ποσότητα τροφής που χωράει σε αυτό
- έφαγε δύο πιάτα μακαρόνια
- (συνεκδοχικά) το κάθε φαγητό που σερβίρεται με τη σειρά στο τραπέζι
- πρώτο / δεύτερο / τρίτο πιάτο
- (μεταφορικά) αντικείμενο που μοιάζει ή θυμίζει πιάτο
Εκφράσεις
- στο πιάτο : χωρίς κόπο
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Μεταφράσεις
|