φρούτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φρούτο φρούτα
γενική φρούτου φρούτων
αιτιατική φρούτο φρούτα
κλητική φρούτο φρούτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φρούτο < από την ιταλική λέξη frutto < από την λατινική λέξη fructus

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

φρούτο ουδέτερο

  1. ο βρώσιμος καρπός ενός φυτού
  2. (αργκό) ένα άτομο με παράδοξη προσωπικότητα ή μια νέα συνήθεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []

Εκφράσεις []

  • δίαιτα με φρούτα : διαιτολογικό σχήμα το οποίο στηρίζεται στα φρούτα, τα οποία και αποτελούν τη μοναδική ή πάντως την κύρια ομάδα τροφίμων πρόσληψης θερμίδων, φρουτοφαγία

32πχ Μεταφράσεις []