καρπός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καρπός | καρποί |
| γενική | καρπού | καρπών |
| αιτιατική | καρπό | καρπούς |
| κλητική | καρπέ | καρποί |
[
]
Ετυμολογία
- καρπός < αρχαία ελληνική καρπός
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
μαύρος επίδεσμος περιβάλλει τον καρπό(1)
καρπός αρσενικό
- άρθρωση του ανθρώπινου σώματος: εκεί που ενώνεται η παλάμη με την κερκίδα και την ωλένη
- (βοτανική) το μέρος ενός φυτού που προέρχεται από το άνθος μετά τη γονιμοποίηση και περιέχει τους σπόρους· το φρούτο
- αν και οι ντομάτες είναι καρποί συνήθως συγκαταλέγονται στα λαχανικά και όχι στα φρούτα
- (μεταφορικά) το αποτέλεσμα
- (μεταφορικά) το παιδί
[
] Εκφράσεις
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
μέρος του σώματος