σπόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπόρος σπόροι
γενική σπόρου σπόρων
αιτιατική σπόρο σπόρους
κλητική σπόρε σπόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπόρος < αρχαία ελληνική σπόρος < σπείρω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)pregh- (σπέρνω, τινάζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπόρος αρσενικό

  1. το σπέρμα του καρπού των φυτών, από το οποίο αναπαράγεται
  2. σπορά
  3. το σπέρμα των αρσενικών
  4. (συνεκδοχικά) το παιδί, το τέκνο κάποιου
  5. μικροκαμωμένο άτομο
  6. (μεταφορικά) αρχή, αφετηρία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]