άτομο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | άτομο | άτομα |
| γενική | ατόμου | ατόμων |
| αιτιατική | άτομο | άτομα |
| κλητική | άτομο | άτομα |
Ετυμολογία [
]
- άτομο < αρχαία ελληνική ἄτομον, ουδέτερο του επιθέτου ἄτομος < ἀ- στερητικό + τέμνω (αυτός που δεν μπορεί να διαιρεθεί)
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
άτομο ουδέτερο
- ένας μεμονωμένος άνθρωπος, ένα πρόσωπο
- οι συνέπειες ενός φαινομένου για το άτομο και την κοινωνία
- (ειρωνικά)
- Ρε το άτομο, τι μας είπε πάλι!
- (χημεία) η ελάχιστη μονάδα ενός χημικού στοιχείου
- το μόριο του νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου