αρσενικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- Από το αρχαίο ελληνικό άρσην ή άρσεν, συγγενές προς το ζενδικό arshan = άνδρας
Επίθετο
αρσενικός
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)