φύλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φύλο | φύλα |
| Γενική | φύλου | φύλων |
| Αιτιατική | φύλο | φύλα |
| Κλητική | φύλο | φύλα |
Ετυμολογία
Ουσιαστικό
φύλο ουδέτερο
- το καθένα από τα δύο γένη (ανδρικό - γυναικείο)στα οποία διαιρούνται τα έμβια όντα, ανάλογα με τα αναπαραγωγικά τους όργανα.
- (κατ' ευφημισμό) τα γεννητικά όργανα
- σύνολο ανθρώπων με κοινή καταγωγή και αυτόνομη κοινωνικοπολιτική συγκρότηση· φυλή
Συγγενικές λέξεις
Μεταφράσεις
αρσενικό/θηλυκό
φυλετική ομάδα