γένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γένος | γένη |
| Γενική | γένους | γενών |
| Αιτιατική | γένος | γένη |
| Κλητική | γένος | γένη |
Ετυμολογία
- γένος < αρχαία ελληνική γένος
Προφορά
Ουσιαστικό
γένος ουδέτερο
- ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς, ευρύτερο από την οικογένεια
- το έθνος, ιδιαίτερα το ελληνικό
- μία ευρύτερη έννοια που μπορεί να υποδιαιρείται σε επιμέρους έννοιες - είδη
- (γραμματική) γραμματική κατηγορία που αποδίδεται σε ουσιαστικά, επίθετα και μετοχές· στην ελληνική γλώσσα διακρίνουμε το αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο γένος