γενεά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γενεά | γενεές |
| γενική | γενεάς | γενεών |
| αιτιατική | γενεά | γενεές |
| κλητική | γενεά | γενεές |
[
]
Ετυμολογία
- γενεά < αρχαία ελληνική γενεά < ρίζα γεν- του ρήματος γίγνομαι
[
]
Ουσιαστικό
γενεά θηλυκό
- η γενιά
- το χάσμα των γενεών
[
] Εκφράσεις
- περνάω (κάποιον) γενεές δεκατέσσερις: τον βρίζω, του απευθύνω κάθε λογής βρισιές ή υποτιμητικές εκφράσεις
[
]
Μεταφράσεις
γενεά