génération
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| génération | générations |
génération (fr) θηλυκό
- η γενιά
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| génération | générations |
génération (fr) θηλυκό