έννοια
Από Βικιλεξικό
|
Αναθεώρηση : το ISO 1087-1:2000 δεν περιέχει ελληνικές λέξεις.
|
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- έννοια < αρχαία ελληνική ἔννοια (< ἐν + νοῦς)
Προφορά [
]
Ουσιαστικό 1 [
]
έννοια θηλυκό
- (Ορολογία) μονάδα γνώσης που δημιουργείται στο νου από ένα μοναδικό συνδυασμό χαρακτηριστικών (Ο ορισμός έχει διεθνώς τυποποιηθεί με το πρότυπο ISO 1087-1:2000)
Σημειώσεις [
]
-
- Αν τα χαρακτηριστικά αφορούν ένα μεμονωμένο αντικείμενο τότε πρόκειται για ατομική έννοια, ενώ αν τα χαρακτηριστικά αφορούν ομάδα αντικειμένων τότε πρόκειται για γενική έννοια.
- Το (μαθηματικό) σύνολο των χαρακτηριστικών που συναποτελούν μια έννοια λέγεται βάθος ή ένταση, ενώ το σύνολο όλων των αντικειμένων που αυτή αντιπροσωπεύει λέγεται πλάτος ή έκταση.
- Για την επικοινωνία, κάθε έννοια μπορεί να παρασταθεί με ένα σημείο (σημάδι) ή ένα σύνολο σημείων (γραπτών, προφορικών ή ά.), την κατασήμανσή της (που μπορεί να είναι ένα όνομα (ή μια κατονομασία), ένας όρος ή ένα σύμβολο).
- Στην ειδική γλώσσα της Ορολογίας όταν αναφερόμαστε σε έννοιες γράφουμε σε εισαγωγικά την κατασήμανση ή τον ορισμό τους ή άλλη περιγραφή τους, ενώ όταν τις χρησιμοποιούμε κανονικά στο λόγο χρησιμοποιούμε την κατασήμανσή τους.
- Πλήρη γνώση μιας έννοιας αποκτούμε μόνο από τον ορισμό της.
- Η εργασία κατά την οποία κατασημαίνεται μια έννοια (δηλαδή δημιουργείται/επιλέγεται/υιοθετείται η κατασήμανσή της) λέγεται ονοματοθεσία ή ονοματοδοσία ή οροδοσία (ανεξάρτητα αν η κατασήμανση είναι όνομα, όρος ή σύμβολο), ενώ το πρόσωπο που πραγματοποιεί την εργασία αυτή ονοματοθέτης.
- Παραδείγματα εννοιών
- ατομικές έννοιες: «Σωκράτης», «Πανεπιστήμιο Αθηνών», «τρία», «γινόμενο δύο επί τρία» - Αντίστοιχες κατασημάνσεις: Σωκράτης (όνομα), Πανεπιστήμιο Αθηνών (όνομα), τρία (όνομα) ή 3 (σύμβολο), 2x3 (σύμβολο).
- γενικές έννοιες: «φιλόσοφος», «πανεπιστήμιο», «φυσικός αριθμός», «γινόμενο (δύο αριθμών)» - Αντίστοιχες κατασημάνσεις: φιλόσοφος (όρος), πανεπιστήμιο (όρος), φυσικός αριθμός (όρος) ή n (σύμβολο), x (σύμβολο).
Μεταφράσεις [
]
μονάδα γνώσης
Ουσιαστικό 2 [
]
έννοια θηλυκό, χωρίς γενική πληθυντικού
- → δείτε τη λέξη: έγνοια