έννοια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Gthumb.svg
Το περιεχόμενο αυτής της σελίδας χρειάζεται αναθεώρηση. Μπορείτε να βρείτε ή να αφήσετε σχόλια στη σελίδα συζήτησης «έννοια».
Αναθεώρηση : το ISO 1087-1:2000 δεν περιέχει ελληνικές λέξεις.

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έννοια έννοιες
γενική έννοιας εννοιών
αιτιατική έννοια έννοιες
κλητική έννοια έννοιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έννοια < αρχαία ελληνική ἔννοια (< ἐν + νοῦς)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛ.ni.a/ (1)
ΔΦΑ : /ˈɛ.ɲa/ (2)

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

έννοια θηλυκό

  1. (Ορολογία) μονάδα γνώσης που δημιουργείται στο νου από ένα μοναδικό συνδυασμό χαρακτηριστικών (Ο ορισμός έχει διεθνώς τυποποιηθεί με το πρότυπο ISO 1087-1:2000)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Παραδείγματα εννοιών
ατομικές έννοιες: «Σωκράτης», «Πανεπιστήμιο Αθηνών», «τρία», «γινόμενο δύο επί τρία» - Αντίστοιχες κατασημάνσεις: Σωκράτης (όνομα), Πανεπιστήμιο Αθηνών (όνομα), τρία (όνομα) ή 3 (σύμβολο), 2x3 (σύμβολο).
γενικές έννοιες: «φιλόσοφος», «πανεπιστήμιο», «φυσικός αριθμός», «γινόμενο (δύο αριθμών)» - Αντίστοιχες κατασημάνσεις: φιλόσοφος (όρος), πανεπιστήμιο (όρος), φυσικός αριθμός (όρος) ή n (σύμβολο), x (σύμβολο).

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

έννοια θηλυκό, χωρίς γενική πληθυντικού