όρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. όρος < αρχαία ελληνική ο ὅρος
  2. όρος < αρχαία ελληνική το ὄρος (βλέπε το ουδέτερο ουσιαστικό παρακάτω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όρος όροι
γενική όρου όρων
αιτιατική όρο όρους
κλητική όρε όροι

όρος αρσενικό

  1. μια προϋπόθεση, μια κατάσταση για να ληφθεί μια απόφαση
    Θα έρθω υπό έναν όρο: ...
  2. μια διάταξη, ένα μέρος μιας συμφωνίας
    Οι όροι της συμφωνίας δεν είναι ξεκάθαροι.
  3. ένα όριο
    εφ' όρου ζωής: μέχρι το τέλος της ζωής, για όλη τη διάρκεια του βίου (ενός ανθρώπου)
  4. (ορολογία) λεκτική κατασήμανση μιας γενικής έννοιας
    δείτε τη λέξη: έννοια και κατασήμανση.
    Παραδείγματα όρων
    γενικές έννοιες: «φιλόσοφος», «πανεπιστήμιο», «φυσικός αριθμός» - Αντίστοιχοι όροι: φιλόσοφος, πανεπιστήμιο, φυσικός αριθμός.
  5. στοιχείο που μαζί με άλλα συγκροτεί μια ενότητα
    οι βασικοί όροι μιας πρότασης είναι το υποκείμενο και το κατηγόρημα
    οι όροι του κλάσματος

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

όριο

κατασήμανση

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όρος όρη
γενική όρους ορέων
αιτιατική όρος όρη
κλητική όρος όρη

όρος ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

δείτε τη λέξη: βουνό