όρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- όρος < αρχαία ελληνική ο ὅρος
- όρος < αρχαία ελληνική το ὄρος (βλέπε το ουδέτερο ουσιαστικό παρακάτω)
Ουσιαστικό 1[
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | όρος | όροι |
| γενική | όρου | όρων |
| αιτιατική | όρο | όρους |
| κλητική | όρε | όροι |
όρος αρσενικό
- μια προϋπόθεση, μια κατάσταση για να ληφθεί μια απόφαση
- Θα έρθω υπό έναν όρο: ...
- μια διάταξη, ένα μέρος μιας συμφωνίας
- Οι όροι της συμφωνίας δεν είναι ξεκάθαροι.
- ένα όριο
- εφ' όρου ζωής: μέχρι το τέλος της ζωής
- (ορολογία) λεκτική κατασήμανση μιας γενικής έννοιας
- → δείτε τη λέξη: έννοια και κατασήμανση.
- Παραδείγματα όρων
- γενικές έννοιες: «φιλόσοφος», «πανεπιστήμιο», «φυσικός αριθμός» - Αντίστοιχοι όροι: φιλόσοφος, πανεπιστήμιο, φυσικός αριθμός.
- → δείτε τη λέξη: έννοια και κατασήμανση.
- στοιχείο που μαζί με άλλα συγκροτεί μια ενότητα
- οι βασικοί όροι μιας πρότασης είναι το υποκείμενο και το κατηγόρημα
- οι όροι του κλάσματος
Σύνθετα[
]
όριο
κατασήμανση
Μεταφράσεις[
]
στοιχείο που μαζί με άλλα συγκροτεί μια ενότητα)
Ουσιαστικό 2[
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | όρος | όρη |
| γενική | όρους | ορέων |
| αιτιατική | όρος | όρη |
| κλητική | όρος | όρη |
όρος ουδέτερο
- το βουνό
Σύνθετα[
]
Μεταφράσεις[
]
- → δείτε τη λέξη: βουνό