ορειβάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορειβάτης ορειβάτες
γενική ορειβάτη ορειβατών
αιτιατική ορειβάτη ορειβάτες
κλητική ορειβάτη ορειβάτες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ορειβάτης < ορει- (< ὄρος) + -βασία (< βαίνω)
ο ορειβάτης συχνά δε χρησιμοποιεί εξοπλισμό

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ορειβάτης αρσενικό και ορειβάτισσα

ομάδα ορειβατών, που χάθηκαν στα χιόνια, εντοπίστηκε σε ορεινό καταφύγιο

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη