condition
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
condition (en)
- όρος, προϋπόθεση, αναγκαία συνθήκη
- environmental protection is a condition for sustainability - η προστασία του περιβάλλοντος είναι προϋπόθεση για την αειφορία
- (στον πληθυντικό) συνθήκες
- What other planets might have the right conditions for life? - Ποιοι άλλοι πλανήτες θα μπορούσαν να έχουν τις κατάλληλες συνθήκες/προϋποθέσεις για ζωή;
- κατάσταση
- my aunt couldn't walk up the stairs in her condition - η θεία μου δεν μπορούσε να ανεβαίνει τις σκάλες στην κατάστασή της
- the condition of public education - η κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης
- hypnosis is a peculiar condition of the nervous system - η ύπνωση είναι μια ιδιαίτερη κατάσταση του νευρικού συστήματος