provision

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

provision  (en)

  1. αγαθό ή εφόδιο για μελλοντική χρήση, απόθεμα
  2. εφοδιασμός
  3. πρόβλεψη, ρήτρα (πχ σε ένα έγγραφο, συμβόλαιο)
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες