απόθεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόθεμα αποθέματα
γενική αποθέματος αποθεμάτων
αιτιατική απόθεμα αποθέματα
κλητική απόθεμα αποθέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απόθεμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απόθεμα ουδέτερο

  1. μια ποσότητα αγαθών (εμπορευμάτων ή χρημάτων) που έχουν φυλαχτεί για μελλοντική χρήση
  2. δυνάμεις, σωματικές ή ψυχικές, που έχει ακόμη κάποιος ώστε να συνεχίσει μια επίπονη προσπάθεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]