inventory
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
inventory (en)
- απογραφή, καταγραφή των διαθέσιμων εμπορευμάτων, αγαθών, ειδών κλπ
[
]
Ρήμα
inventory (en)
- απογράφω τα διαθέσιμα εμπορεύματα σε κατάστημα ή επιχείρηση