αγαθά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγαθά < αγαθός


Open book 01.svg Επίρρημα[]

αγαθά

τον φιλοξένησε αγαθά, γιατί δεν ήξερε ότι ο παλιός συμμαθητής του τώρα ήταν δραπέτης

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγαθά < ουσιαστικοποιημένο επίθετο, από τον πληθυντικό του ουδετέρου του επιθέτου αγαθός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγαθά ουδέτερο πληθυντικός

  1. αντικείμενα και περιουσία που αποκτά ή επιζητεί να αποκτήσει κάποιος
    πολλοί δίνουν σημασία μόνον στα υλικά αγαθά
    προστάτευε τα αγαθά του
    είχε όλα τα αγαθά του κόσμου
    η κοινωνία διαθέτει πολλά καταναλωτικά αγαθά
  2. για πρόσθετες σημασίες, βλέπε και αγαθό στον ενικό

32πχ Μεταφράσεις[]