αγαθός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαθός | αγαθή | αγαθό |
| Γενική | αγαθού | αγαθής | αγαθού |
| Αιτιατική | αγαθό | αγαθή | αγαθό |
| Κλητική | αγαθέ | αγαθή | αγαθό |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | αγαθοί | αγαθές | αγαθά |
| Γενική | αγαθών | αγαθών | αγαθών |
| Αιτιατική | αγαθούς | αγαθές | αγαθά |
| Κλητική | αγαθοί | αγαθές | αγαθά |
Ετυμολογία
- αγαθός < αρχαία ελληνική ἀγαθός < ἀχασός και ἀγασός (δωρ.) που πιθανόν να προέρχονται από το ρήμα χασέω -είχε την έννοια του χωρίζω αλλά και του επιθυμώ διακαώς
Προφορά
Επίθετο
αγαθός, -ή, -ο
- Το άτομο που ενεργεί με καλές και αγνές προθέσεις, και που δεν συνυπολογίζει τις αρνητικές παραμέτρους είτε από αφέλεια είτε από συνειδητή επιλογή. Πιο συχνά χρησιμοποιειται πάντως από το Μεσαίωνα και μετά για να χαρακτηρισει τον αφελή και απλοϊκό παρά εκείνον που περιφρονεί το κακό από επιλογή. Στην αρχαιότητα δεν είχε την έννοια του αφελούς και χαρακρήτιζε το αμιγώς θετικό άτομο. Την ίδια έννοια είχε και στην πρώτη περίοδο του Χριστιανισμού.
- Αγαθός Χωριό της Εύβοιας, κοντά στην Κάρυστο
- αγαθός, ουσιαστικό και ναυτικός όρος για τμήμα της καρίνας
- Αγαθός Δαίμων, αρχαία ονομασία ενός στομίου του Νείλου, κοντά στο σημερινό Ρασίντ -Ροζέτα στα ελληνικά κειμενα
- Αγαθοδαίμων και Αγαθός Δαίμων, θεότητα η οποία στην Ελλαδα (και αργότερα στη Ρώμη) συνήθως ταυτιζόταν με τον Διόνυσο και προστάτευε τον οίκο. Είχε σύμβολο το φίδι ή τον φαλλό. Οι Ελληνες ονόμαζαν Αγαθοδαίμονα και τον θεό του Νείλου της Αιγύπτου.
Εκφράσεις
- είναι αγαθός άνθρωπος
- δεν καταλαβαίνει πού το πάνε, είναι αγαθιάρης
- Αυτό αναφέρεται στον "Αγαθούλη" (Candide) του Βολταίρου, που κοροϊδεύει τον Λάιμπνιτζ και την αισιοδοξία του ως αφέλεια
- είναι καλός κἀγαθός (και αγαθός). Φράση που σήμαινε για τον Ηρόδοτο και γενικά για τους αρχαίους Ελληνες τον ηθικό και χρήσιμο πολίτη
- "Αγαθών, αγαθίδες" Αρχαία παροιμία, που σήμαινε ότι όταν έκανες ένα καλό, εισέπραττες την ευγνωμοσύνη σε πολλαπλάσια αγαθά -η αγαθίδα ήταν το κουβάρι.
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
- αγαθοποιός
- αγαθόφρων
- Αγαθοσθένης
- Αγαθοκλής
- Αγαθόκλεια
- Αγαθόβουλος
- Αγαθόνικος
- Αγάθοπος
- Αγαθάγγελος
- Αγαθόφυτο (άγριο σπανάκι)
- Αγαθόφυλλο
Αντώνυμα
- κακός
- σατανικός
- ανήθικος
- κακών προθέσεων
- καχύποπτος
- ψαγμένος
- φιλύποπτος
- κακοποιός (προς το αγαθοποιός)