bun
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πίνακας περιεχομένων
1
Αγγλικά (en)
1.1
Ουσιαστικό
2
Ρουμανικά (ro)
2.1
Επίθετο
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
bun
(en)
στρογγυλό
ψωμάκι
ο
κότσος
στα μαλλιά
Ρουμανικά (ro)
[
]
Επίθετο
[
]
bun
(ro)
καλός
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Ρουμανική γλώσσα
Επίθετα (ρουμανικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Afrikaans
Cymraeg
English
Esperanto
Español
Eesti
Suomi
Français
Galego
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
ಕನ್ನಡ
한국어
Lietuvių
Malagasy
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Occitan
Polski
Română
Русский
Simple English
Shqip
தமிழ்
తెలుగు
Türkçe
Tiếng Việt
Volapük
中文