συμφωνία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- συμφωνία < αρχαία ελληνική
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /siɱ.fɔ.ˈni.a/
[
]
Ουσιαστικό
συμφωνία
- κοινή απόφαση, γραπτή ή προφορική, μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, για να τηρήσουν ορισμένους κανόνες
- (μουσική) μουσικό έργο μεγάλης έκτασης