συμφωνία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- συμφωνία < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
συμφωνία
- κοινή απόφαση, γραπτή ή προφορική, μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, για να τηρήσουν ορισμένους κανόνες
- (μουσική) μουσικό έργο μεγάλης έκτασης