φύλλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φύλο, φίλο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

φύλλο δέντρου
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φύλλο φύλλα
γενική φύλλου φύλλων
αιτιατική φύλλο φύλλα
κλητική φύλλο φύλλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φύλλο < αρχαία ελληνική φύλλον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φύλλο ουδέτερο

  1. (βοτανική) διακριτό μέρος φυτού στο οποίο συμβαίνει η φωτοσύνθεση
    Τα φύλλα των δέντρων
  2. (χαρτοποιία) τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι χαρτιού.
    Δώστε μου ένα φύλλο να σημειώσω/ Φέρτε φύλλα για το φωτοτυπικό
    Το τετράδιο με 50 φύλλα έχει 100 σελίδες
  3. (μεταλλουργία) τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι μετάλλου.
    Φύλλα αλουμινίου
  4. (μαθηματικά) επίπεδο γεωμετρικό σχήμα που οριοθετείται από δύο τόξα κύκλων.
  5. (μαγειρική) σχετικά επίπεδο άρτυμα
    Λέω την Κυριακή να ανοίξω φύλλο για τυρόπιτα
  6. οι εφημερίδες, αλλά και έντυπα που δεν κυκλοφορούν απαραιτήτως καθημερινά
    Θα δημοσιευτεί η αγγελία σας στο φύλλο του Σαββάτου
    Θα βάλω την αγγελία μου σε ένα εβδομαδιαίο φύλλο της Πάτρας
  7. χαρτί της τράπουλας
    Έχω καλό φύλλο/ Θα κάνεις καμιά φορά φύλλα; Κοιμηθήκαμε! (θα μοιράσεις;)
  8. επίσημο έγγραφο
    Φύλλο πορείας
  9. τμήματα επίπλου ή σημείων εισόδου τα οποία ανοιγοκλείνουν
    Τα φύλλα της ντουλάπας, του παράθυρου/Δίφυλλη ντουλάπα

Ομώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Εκφράσεις[]

  • φύλλο και φτερό: αναστατώνω και διαλύω καθώς αναζητώ κάτι
  • φύλλο συκής: η ελάχιστη (αλλά ανεπαρκής) προκάλυψη
  • φύλλο πορείας: έγγραφη εντολή σε στρατεύσιμο για την υποχρέωσή του να μετακινηθεί σε νέα μονάδα
  • μέσα από τα φύλλα της καρδιάς μου
  • δεν κουνιέται φύλλο : άπνοια και ζέστη, αλλά μεταφορικά απραξία, αδράνεια

32πχ Μεταφράσεις[]