φύλλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φύλλο | φύλλα |
| γενική | φύλλου | φύλλων |
| αιτιατική | φύλλο | φύλλα |
| κλητική | φύλλο | φύλλα |
Ετυμολογία [
]
- φύλλο < αρχαία ελληνική φύλλον
Ουσιαστικό [
]
φύλλο ουδέτερο
- (βοτανική) διακριτό μέρος φυτού στο οποίο συμβαίνει η φωτοσύνθεση
- Τα φύλλα των δέντρων
- (χαρτοποιία) τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι χαρτιού.
- Δώστε μου ένα φύλλο να σημειώσω/ Φέρτε φύλλα για το φωτοτυπικό
- Το τετράδιο με 50 φύλλα έχει 100 σελίδες
- (μεταλλουργία) τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι μετάλλου.
- Φύλλα αλουμινίου
- (μαθηματικά) επίπεδο γεωμετρικό σχήμα που οριοθετείται από δύο τόξα κύκλων.
- (μαγειρική) σχετικά επίπεδο άρτυμα
- Λέω την Κυριακή να ανοίξω φύλλο για τυρόπιτα
- οι εφημερίδες, αλλά και έντυπα που δεν κυκλοφορούν απαραιτήτως καθημερινά
- Θα δημοσιευτεί η αγγελία σας στο φύλλο του Σαββάτου
- Θα βάλω την αγγελία μου σε ένα εβδομαδιαίο φύλλο της Πάτρας
- χαρτί της τράπουλας
- Έχω καλό φύλλο/ Θα κάνεις καμιά φορά φύλλα; Κοιμηθήκαμε! (θα μοιράσεις;)
- επίσημο έγγραφο
- Φύλλο πορείας
- τμήματα επίπλου ή σημείων εισόδου τα οποία ανοιγοκλείνουν
- Τα φύλλα της ντουλάπας, του παράθυρου/Δίφυλλη ντουλάπα
[
]
[
]
Σύνθετα [
]
- δίφυλλος, τρίφυλλος
- φυλλοκάρδια
- παραθυρόφυλλο
- τριαντάφυλλο, πλατανόφυλλο
- φυλλοβολώ, φυλλορροώ
- φυλλομετρώ
- φυλλοξήρα
Έκφραση [
]
- φύλλο και φτερό : αναστατώνω και διαλύω καθώς αναζητώ κάτι
- φύλλο συκής
- μέσα από τα φύλλα της καρδιάς μου
- δεν κουνιέται φύλλο : άπνοια και ζέστη, αλλά μεταφορικά απραξία, αδράνεια
Μεταφράσεις [
]
φύλλο φυτού