χαρτί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χαρτί | χαρτιά |
| γενική | χαρτιού | χαρτιών |
| αιτιατική | χαρτί | χαρτιά |
| κλητική | χαρτί | χαρτιά |
Ετυμολογία [
]
- χαρτί < αρχαία ελληνική χάρτης
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
χαρτί ουδέτερο
- λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ.
Εκφράσεις [
]
- καμένο χαρτί : η υπόθεση ή το άτομο που βρίσκεται σε δεινή θέση από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει
- παίζει χαρτιά : είναι χαρτοπαίχτης, παίζει παιχνίδια με τραπουλόχαρτα με σκοπό να κερδίσει χρήματα ή όχι
- χαρτί και καλαμάρι : με όλες τις λεπτομέρειες
Δείτε επίσης [
]
- χαρτί στη Βικιπαίδεια

[
]
Σύνθετα [
]
|
και |
Μεταφράσεις [
]
χαρτί