paper
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- paper < αρχαία γαλλική papier < λατινική papyrus < αρχαία ελληνική πάπυρος
Ουσιαστικό [
]
paper (en)
Βασκικά (eu) [
]
Ουσιαστικό [
]
paper (eu)
Καταλανικά (ca) [
]
Ουσιαστικό [
]
paper (ca)