τραπουλόχαρτο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τραπουλόχαρτο | τραπουλόχαρτα |
| γενική | τραπουλόχαρτου | τραπουλόχαρτων |
| αιτιατική | τραπουλόχαρτο | τραπουλόχαρτα |
| κλητική | τραπουλόχαρτο | τραπουλόχαρτα |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
τραπουλόχαρτο ουδέτερο
- σωριάστηκε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα
Μεταφράσεις [
]
τραπουλόχαρτο
|