χρησιμοποιώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /xɾi.si.mɔ.pi.ˈɔ/
Ρήμα [
]
χρησιμοποιώ
- μεταχειρίζομαι, κάνω χρήση ενός αντικειμένου ως μέσο για να πετύχω κάτι
- χρησιμοποίησε το κατσαβίδι
- χρησιμοποίησε την φαντασία σου
- χρησιμοποιώ το ποδήλατο για να μετακινούμαι στην πόλη
- χρησιμοποιεί ωραίες λέξεις για να εκφραστεί
- (για πρόσωπα) απασχολώ, κάνω κάποιον να δουλέψει για λογαριασμό μου
- είναι επικίνδυνο να χρησιμοποιείς ανειδίκευτους εργάτες
- (κατ' επέκταση) εκμεταλλεύομαι
- δεν βλέπεις ότι σε χρησιμοποιεί
[
]
Σύνθετα [
]
- αχρησιμοποίητος
- αχρηστία
- άχρηστος
- δυσχρηστία
- δύσχρηστος
- ευχρηστία
- εύχρηστος
- κατάχρηση
- καταχρηστικός
- καταχρώμαι
Μεταφράσεις [
]
χρησιμοποιώ