Obst
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
Obst (de) ουδέτερο μόνο στον ενικό
- γενική ονομασία για « τα φρούτα »
Obst (de) ουδέτερο μόνο στον ενικό